Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

4 Μαΐου 2011

Καταγγελία για την αντιμετώπιση των μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες στο σχολείο και για τη στέρηση των δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών που έχουν αναπηρία ή έχουν στην επιμέλειά τους άτομα με αναπηρία.

Το Παρατηρητήριο για τη Δημοκρατία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στην Εκπαίδευση επισημαίνει και ταυτόχρονα καταγγέλλει την πλήρη αδιαφορία και τη μη εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας του Υπουργείου Παιδείας Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων για

A. την αντιμετώπιση των μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες στο σχολείο

B. την παράβαση νομικών διατάξεων και συνταγματικών αρχών σε περιπτώσεις εκπαιδευτικών που έχουν αναπηρία ή έχουν στην επιμέλειά τους παιδιά με αναπηρία

Ως προς την αντιμετώπιση των μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες στο σχολείο:

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Εκατοντάδες μαθητές στα Ελληνικά σχολεία που χαρακτηρίζονται από μαθησιακές δυσκολίες βιώνουν καθημερινά τις αρνητικές επιπτώσεις της άγνοιας και της αδιαφορίας των εκπαιδευτικών και κοινωνικών θεσμών σε σχέση με τις εκπαιδευτικές τους ανάγκες.

ΤΙ ΛΕΕΙ Ο ΝΟΜΟΣ: Σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία πρέπει να υπάρχει ευαισθητοποίηση των γονέων, των εκπαιδευτικών και της κοινωνίας αναφορικά με τις μαθησιακές δυσκολίες των μαθητών και των μαθητριών έτσι ώστε να ανιχνεύονται έγκαιρα οι περιπτώσεις αυτές για να υπάρξει η κατάλληλη παρέμβαση και στήριξη των μαθητών.

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Δεν υπάρχει ευαισθητοποίηση γονέων και εκπαιδευτικών για την έγκαιρη παραπομπή των μαθητών στα δημόσια πιστοποιημένα διαγνωστικά κέντρα, κι όταν παρόλα αυτά κάποιος εκπαιδευτικός ή γονέας ζητήσει αξιολόγηση, αυτή γίνεται μετά από ενάμιση χρόνο αφού τα ειδικά κέντρα δεν έχουν αρκετό προσωπικό για να κλείσουν νωρίτερα ραντεβού για αξιολόγηση. Κι όταν αυτή η αξιολόγηση εντέλει γίνει, το έγγραφο που αποδεικνύει τις μαθησιακές δυσκολίες του μαθητή, χρησιμοποιείται από τους γονείς σα «συγχωροχάρτι» στο σχολείο για τις κακές επιδόσεις των μαθητών ενώ η παρέμβαση αφήνεται στον αυτοσχεδιασμό των εκπαιδευτικών, χωρίς συστηματική βοήθεια από ειδικούς επιστήμονες.

Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΜΑΣ: Ζητάμε

1. Να γίνουν οι κατάλληλες ενέργειες έτσι ώστε να υπάρξει ευαισθητοποίηση του στενότερου οικογενειακού και του ευρύτερου εκπαιδευτικού πλαισίου σε σχέση με τις μαθησιακές δυσκολίες των μαθητών και των μαθητριών, οι οποίες αντιμετωπίζονται με διαφοροποιημένη διδασκαλία σχετική με τους ιδιαίτερους ρυθμούς μάθησής τους και τον τρόπο πρόσληψης της γνώσης. Κατά συνέπεια, τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες να υποστηρίζονται από το σχολικό περιβάλλον και να εντάσσονται σε αυτό χωρίς να αισθάνονται «διαφορετικά».

2. Να γίνεται η ανίχνευση των ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών των μαθητών και των μαθητριών έγκαιρα, με τη σύμπραξη των γονέων, των εκπαιδευτικών της τάξης, των εκπαιδευτικών όλου του σχολείου και των Συμβούλων Γενικής και Ειδικής Αγωγής, ώστε να αποφευχθούν δευτερογενή ψυχολογικά προβλήματα «ανεπάρκειας», «ανικανότητας», «χαμηλής αυτοεκτίμησης» που γεννιούνται στους μαθητές και τους ακολουθούν σε όλη τους τη ζωή.

3. Να δημιουργηθούν από την πολιτεία οι συνθήκες εκείνες, που να επιτρέπουν άμεση αξιολόγηση των μαθησιακών δυσκολιών των μαθητών από τα Κέντρα Διάγνωσης Διαφοροδιάγνωσης και Υποστήριξης (ΚΕΔΔΥ). Να υπάρξει αρκετό και εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό στα Κέντρα αυτά ώστε να μπορούν να καλύπτουν άμεσα χρονικά και με ποιοτικής μορφής αξιολόγηση τη διάγνωση των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες.

4. Να υπάρχει μετά την αξιολόγηση και τη διάγνωση των μαθησιακών δυσκολιών των παιδιών, η κατάλληλη συνεργασία των γονέων με το σχολείο και με ειδικούς επιστήμονες, ώστε να υπάρξει σύμπνοια, συνεργασία, επικοινωνία, αλληλεπίδραση και αμεσότητα στα εκπαιδευτικά προγράμματα παρέμβασης που θα ακολουθήσουν.

Ως προς τους εκπαιδευτικούς με αναπηρία και με αυτούς που έχουν την επιμέλεια ατόμων με αναπηρία:

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ: Η Διοίκηση, μέσω των Διευθύνσεων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, δεν εφαρμόζει το Σύνταγμα, τους Νόμους, τις Διατάξεις, τις Συνθήκες, με απορριπτικές ατομικές διοικητικές πράξεις σε αιτήματα εκπαιδευτικών με Αναπηρία ή εκπαιδευτικών που έχουν την επιμέλεια ατόμων με Αναπηρία (παιδιών, συζύγων, γονέων, αδερφών) για μειωμένο ωράριο εργασίας κατά μία (1) ώρα την ημέρα και χορήγησης έξι (6) κανονικών ημερών άδειας το χρόνο, δικαίωμα το οποίο έχουν όλοι οι υπάλληλοι του Κράτους με Αναπηρία.

Η Διοίκηση προβάλλει ως μόνο επιχείρημα, για την άρνηση υπαγωγής των εκπαιδευτικών με μόνιμη αυξημένη αναπηρία στους δημοσίους υπαλλήλους, ως προς τη δυνατότητα μειωμένου ωραρίου (η άρνηση της χορήγησης αυξημένης άδειας δεν αιτιολογείται πουθενά), το ότι οι εκπαιδευτικοί στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια δημόσια εκπαίδευση τελούν υπό «ειδικότερο καθεστώς ωραρίου».

Οι απορριπτικές ατομικές διοικητικές πράξεις της Διοίκησης δεν είναι ορθές και παραβαίνουν ρητές και σαφείς νομικές διατάξεις και συνταγματικές αρχές, όντας αντίθετες με την κείμενη νομοθεσία σχετικά με το «ειδικό καθεστώς ωραρίου». Παραβιάζουν ουσιαστική διάταξη του νόμου, αφού αντίκεινται στη θεμελιώδη αρχή της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων. Επικουρικώς παραβιάζονται και ουσιώδεις τύποι, αφού οι απορριπτικές ατομικές διοικητικές πράξεις της Διοίκησης δεν είναι επαρκώς και ειδικώς αιτιολογημένες.

ΤΙ ΛΕΕΙ Ο ΝΟΜΟΣ: Υπάρχουν βασικοί Νόμοι, Χάρτες θεμελιωδών δικαιωμάτων, Διεθνείς Συνθήκες και Κοινοτικές Οδηγίες, τα οποία το καθένα ξέχωρα και όλα μαζί προωθούν την προστασία της Αναπηρίας, το δικαίωμα των ατόμων με Αναπηρία (ΑμεΑ) στην Ένταξη και τη Συμμετοχή, την ισότητα στις συνθήκες εργασίας για όλους τους πολίτες, χωρίς έμμεσες διακρίσεις στα άτομα με Αναπηρία. Και όλοι αυτοί οι νόμοι υποστηρίζουν την Αναπηρία ως συστατικό της ανθρώπινης ύπαρξης.

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Οι διατάξεις του Νόμου περί μειωμένου ημερήσιου ωραρίου για ορισμένη κατηγορία δημοσίων υπαλλήλων (αναπηρία 67% και άνω), και αυτές των Νόμων περί αυξημένης κατά έξι ημέρες κανονικής άδειας μετ’ αποδοχών για ορισμένη κατηγορία δημοσίων υπαλλήλων (αναπηρία άνω του 50%), όπως ισχύουν και ερμηνεύονται υπό το πρίσμα άρθρων του Συντάγματος και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφαρμόζονται σαφώς και για τους εκπαιδευτικούς στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια δημόσια εκπαίδευση. Δεν υπάρχουν ειδικότερες διατάξεις για τους εκπαιδευτικούς στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια δημόσια εκπαίδευση, οι οποίες να τους εξαιρούν ειδικώς από τις ρυθμίσεις των παραπάνω νόμων ή να τους θέτουν υπό διαφορετικό, ειδικότερο καθεστώς. Αντιθέτως, οι εκπαιδευτικοί υπάγονται στις διατάξεις του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα κατ’ άρθρο 53 § 2 του Ν.2721/1999. Είναι συνταγματική επιταγή και βούληση του νομοθέτη να παρασχεθεί συνδρομή μεταξύ άλλων σε όσους πολίτες ανήκουν στην κατηγορία των ΑμεΑ που εργάζονται στο Δημόσιο γενικώς, και όχι ειδικότερα σε ορισμένες κατηγορίες αυτών με παράλληλο αποκλεισμό των εκπαιδευτικών. Επομένως, οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία των διατάξεων αυτών θα κατέληγε στον αποκλεισμό ορισμένων κατηγοριών εργαζομένων – ατόμων με Αναπηρία από τις ευεργετικές ρυθμίσεις τους, θα ήταν αντίθετη τόσο στο σκοπό, όσο και στο πνεύμα του συνόλου της νομοθεσίας.

Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΜΑΣ: Ζητάμε:

1. Την εφαρμογή του Νόμου. Να εφαρμοστούν ΚΑΙ στους εκπαιδευτικούς με Αναπηρία, καθώς και στους εκπαιδευτικούς που έχουν υπό την επιμέλειά τους Άτομα με Αναπηρία, οι διατάξεις περί μειωμένου ωραρίου και αυξημένης κανονικής άδειας, όπως και για τους υπόλοιπους Έλληνες πολίτες και υπαλλήλους που ανήκουν στην κατηγορία αυτή.

2. Η Διοίκηση να ενεργήσει νόμιμα και να ακυρώσει τυχόν απορριπτικές πράξεις στο εν λόγω αίτημα των εκπαιδευτικών με Αναπηρία, αποδεχόμενη τις αιτήσεις τους ως παραδεκτές από το νόμο και ουσιαστικά βάσιμες, αφού ορίζεται από το νόμο ότι η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου και όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους.

Το προσωρινό ΔΣ του ΠΑΔΑΔΕ